επινεανιεύομαι

ἐπινεανιεύομαι (Α)
1. συμπεριφέρομαι σαν νέος, δείχνω νεανική ζωηρότητα
2. συμπεριφέρομαι ορμητικά ή επιθετικά εναντίον κάποιου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπινεανιευόμενοι — ἐπινεανιεύομαι behave like a youth pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινεανιευόμενος — ἐπινεανιεύομαι behave like a youth pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινεανιεύεται — ἐπινεανιεύομαι behave like a youth pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινεανιεύονται — ἐπινεανιεύομαι behave like a youth pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινεανιεύσασθαι — ἐπινεανιεύομαι behave like a youth aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.